Ntinosmsn's Blog

Η αλήθεια εν χριστώ Ορθόδοξη Χριστιανική Κοινότητα

Τι είναι  ἡ θεία Κοι­νω­νί­α;

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση:

Εἶ­ναι Αὐ­τός ὁ Κύ­ριος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, πού προ­σφέ­ρε­ται στούς ἀν­θρώ­πους πού τόν ἀ­κο­λου­θοῦν μέ ἀ­γά­πη. Θέ­λει νά ἑ­νω­θεῖ μα­ζί τούς, νά θρέ­ψει καί νά ἀ­να­ζω­ο­γω­νί­σει τή ψυ­χή πού τόν πο­θεῖ, νά ἑ­νω­θεῖ μά­ζί μέ τούς χρι­στια­νούς, νά τούς ἁ­γιά­σει, νά τούς κα­θα­ρί­σει, νά τούς κά­νει θε­ούς κα­τά χά­ρη καί νά τούς ἀ­νε­βά­σει στά οὐ­ρά­νια, πά­νω ἀ­πό κά­θε ἀρ­χή καί ἐ­ξου­σί­α, ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται ὁ Ἴ­διος.

Ὁ ἄρ­τος καί ὁ οἶ­νος πού προ­σφέ­ρον­ται στή θεί­α Λει­τουρ­γί­α με­τα­βά­λον­ται σέ πραγ­μα­τι­κό Σῶ­μα καί Αίμα τοῦ Χριστού, εἶ­ναι ὁ Ἴ­διος ὁ Σω­τή­ρας καί Λυ­τρω­τής μας. (Ματθ. κστ΄,26-28).

Αὐ­τό τό δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὁ Ἴ­διος, Δι­ά­βα­σε (Ἰ­ω­άν.κστ΄ 35-58).

θεί­α Κοι­νω­νί­α εἶ­ναι τρο­φή τῆς ψυ­χῆς πού δί­νει ζω­ή. Λέ­γει Κύ­ριος:

«Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­γω, ἐ­άν δέν φά­γε­τε τήν σάρ­κα τοῦ Υἰ­οῦ τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν πί­ε­τε τό αἷ­μα του,δέν θά ἔ­χε­τε ζω­ή μέ­σα σας» (Ἰ­ω­άν. Στ΄53)  Ἄ­ρα ὅ­σοι δέν κοι­νω­νοῦν ἔ­χουν ψυ­χή πε­νυ­μα­τι­κά νε­κρω­μέ­νη.

θεί­α Κοι­νω­νί­α, δί­νει ζω­ή στήν ψυ­χή, ἀλ­λά ­κό­μα εἶ­ναι τό φάρ­μα­κο πού  κα­θα­ρί­ζει καί ­ξα­λεί­φει τήν          ­μαρ­τί­α.«­.­..καί τό αἷ­μα τοῦ ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ Υἱ­οῦ του, μᾶς κα­θα­ρί­ζει ­πό κά­θε ­μαρ­τί­α(Α΄Ἰ­ω­άν.α΄7).           Τί πε­ρισ­σό­τε­ρο χρει­ά­ζε­ται κά­θε πι­στός, ἀ­πό τοῦ νά τρέ­φει καί νά κα­θα­ρί­ζει τήν ψυ­χή του, καί δω­ρε­άν μά­λι­στα;

Advertisements

Για την συνείδηση (Αββά Δωροθέου)

‘Όταν ό Θεός δηµιούργησε τόν ανθρωπο, ‘έβαλε µέσα του ένα θείο σπέρµα, σάν ενα είδος λογισµοϋ πιό θερµού και φωτεινοϋ, νά εχει τή θέση της σπίθας, γιά νά φωτίζει τό νου και νά του δείχνει νά ξεχωρίζει τό καλό από τό κακό’. Αυτό ονοµά­ζεται συνείδηση, και είναι ό φυσικόο νόµοι; (‘Ιωαv. Χρυσ. Ρ. G. 49, 131-133). Αύτό είναι τά πηγάδια πού άνοιγε ό ‘Ιακώβ, όπως άκριβώς είπαν οι Πατέρες, και τά παράχωναν οι Φιλισταϊοι (Γεν. 26, 15). Μ’ αυτό τό νόµο, δηλαδή µέ τή συνεί­δηση, συµµορφώ­θηκαν οι Πατριάρχες και ολοι οι άγιοι πού εζησαν πρίν από τό γραπτό νόµο και εύαρέστηοσν στό Θεό. ‘Επειδή όμως αυτή παραχώθηκε και καταπατήθηκε από τούς ανθρώπους µέ την προοδευτική εξάπλωση της αμαρτιας, χρειαστήκαµε το γραπτό νόµο, χρειαστήκαµε τούς Αγίους Προφή­τες, χρειαστήκαµε την ενανθρώπιση του Ίδίου του Δε­σπότη µας ‘Ιησού Χριστού, για να την ξαναφέρει στο φώς και να την αναστήσει, για να ξαναδώσει ζωή, µέ την τήρηση των άγιων εντολών του Θεού εκείνη την σπίθα πού ήταν παραχωµένη. 

Τώρα λοιπόν, είναι στο χέρι µας η να Την παραχώσουµε πάλι η να την αφήσουμε να λάµπει και να µας φωτίζει, αν συµµορφωνόµαστε µέ τις υποδείξεις της. Γιατί όταν ή συνείδησή µας µας υπαγορεύει να κάνουµε αυτό και άδιαφοροϋµε, και πάλι µας λέει να κάνουµε εκείνο και δεν το κάνουµε, αλλά σταθερά και αδιάκοπα την καταπατούµε, έτσι τη θάβουνε και δεν µπορεί πια να φωνάξει δυνατά µέσα µας, από το βάρος πού τη σκεπάζει. όπως ακριβώς το λυχνάρι πού δίνει θαµπό φώς, έτσι και αυτή αρχίζει να µας δείχνει όλο πιο θολά, όλο πιο σκοτεινά τα πράγµατα, όπως συµβαίνει και µέ το θολω­µένο από τα πολλά χώµατα νερό, πού δεν µπορεί να δει κανείς διεστραμμένη διάθεση- και αρχίζει να καταφρονεϊ και τα με­γάλα και βαρύτερα, και να καταπατεί την ‘ίδια τη συνείδησή του. Και ‘έτσι προχωρώντας σιγά-σιγά κινδυνεύει να πέσει και σε τέλεια αναισθησία. 

Γι’ αυτό, προσέξτε, αδελφοί μου, να μην αμελήσουμε τα μι­κρά, προσέξτε να μην κατ αφρονήσουμε αυτά σαν ασήμαντα. Δεν είναι μικρά, γιατί απ’ αυτά τρέφεται ή ψυχή, απ’ αυτά δημι­ουργείται κακή συνήθεια. «Ας αγρυπνήσουμε, ας φροντί­σουμε τα ελαφρά,οσο είναι ακόμη ελαφρά, για να μην γίνουν βαριά. Και ή πρόοδός μας στην αρετή και ή αμαρτία, ξεκινάνε από τα μικρά και καταλήγουν σε μεγάλα είτε καλά είτε κακό-. Γι’ αυτό μας προτρέπει ό Κύριο να φυλάμε τη συνεί­δησή μας, σαν να θέλει να κάνει κάποιον Ιδιαίτερα προσε­κτικό και του λέει: «Πρό­σεξε τί κάνεις, ταλαίπωρε, ξύπνα, δη­μιούργησε καλές σχέσεις με τον αντίπαλό σου, άσο ακόμα βρί­σκεσαι στο δρόμο μαζί του». Και προσθέτει το φόβο και τον κίνδυνο πού ‘έχει ή υπόθεση, λέγοντας «Μήπως κάποτε σε παραδώσει στον κριτή και ό κρι­τής στους υπηρέτες και σε βάλουν στη φυλακή». Και τί άλλο; «’ Αληθινά σου λέω, δεν θα βγεις από εκεί, μέχρις ότου ξεπληρώ­σεις και την τελευταία δεκάρα του χρέους σου». Γιατί ή συνεί­δηση μας ελέγχει, όπως είπα, για το καλό και για το κακό, και μας υποδεικνύει τί να κάνουμε και τί OxI. Και αυτή πάλι θα μας κατηγορήσει και στη μέλλουσα ζωή. Γι’ αυτό λέει: «Μήπως κάποτε σε παραδώσει στον κριτή κτλ».

Η προσπάθειά μας για να φυλάξουμε τη συνείδησή μας άγρυπνη και να συμμορφωνόμαστε με τις υποδείξεις της, παίρ­νει πολλές και ποικίλε; μορφές, Γιατί πρέπει να ενεργεί κανείς «κατά συνείδηση» και πρός το Θεό και πρός τον πλη­σίον και πρός τα πράγματα. Πρός μεν το Θεό, για να μην κατα­φρονεϊ τις εντολές Του, και όταν δεν τον βλέπει άνθρω­πος και όταν κανείς δεν απαιτεί τίποτα απ’ αυτόν. Αυτος ενερ­γεί «κατά συνεί­δηση» απέναντι του Θεού μυστικά. Να, τί θέλω να πω: ‘ Αμέλησε την προσευχή, ανέβηκε στην καρδιά του «εμπαθής λογισμός» και δεν πρόσεξε και δεν πίεσε τον εαυτόν του αλλά συγκατατέθηκε. Είδε τον πλησίον του να λέει η να κάνει κάτι και κατά τη φαντασία του τον υποψιάστηκε και τον κατάκρινε. Και με λίγα λόγια, σε όσα γίνονται εσωτερικά, μυστικά, πού κανένας δεν ξέρει, παρά μόνον ό Θεός και ή συνείδησή μας, σ’ αυτά πρέπει να συμμορφωνόμα­στε με τη φωνή της συνειδήσεως. Αυτό σημαί­νει το να τηρούμε τη συνείδησή μας πρός το Θεό. 

Η τήρηση της συνειδήσεως πρός τον πλησίον είναι να μην κάνει κανείς τίποτα απολύτως πού καταλαβαίνει όταν θλί­βει η πληγώνει τον πλησίον, είτε με έργο, είτε με λόγο, είτε με κάποια κίνηση είτε μ’ ένα βλέμμα – γιατί μπορεί κανείς και με μια κίνηση, όπως πολλές φάρες λέω, να πληγώσει τον πλη­σίον, μπορεί και μ’ ένα βλέμμα. Και με λίγα λόγω, ό άνθρωπος μολύνει τή συνείδησή του με όσα καταλαβαίνει ότι κάνει επίτηδες για να προκαλέσει λογισμό στον πλησίον, επειδή ξέρη ότι το κάνει επίτηδες για να τον βλάψει η να τον στενοχωρήσει. Το να φυλάξει λοιπόν τή συνείδηση και να μην κάνει κάτι τέτοιο, είναι αυτό πού λεμέ, «να ενεργεί κατά συνεί­δηση» πρός τον πλησίον. 

Να ενεργεί κανείς «κατά συνείδηση» πρός τα υλικά πράγ­ματα σημαίνει να μην κάνει κατάχρηση κανενός πράγμα­τος, να μην αφήνει κάτι να καταστραφεί η να πεταχτεί. ‘Αλλά και αν ακόμα δει κάτι πεταμένο, να μην το αγνοήσει έστω και αν είναι ασήμαντο, αλλά να το μαζέψει και να το βάλει στη θέση του. Νά μην χρησιμοποιεί απρόσεκτα τα ρούχα του. Γιατί, ας υποθέσουμε ότι μπορεί να φορέσει κανείς το ρούχο του άλλη μια η δύο εβδομάδες και πηγαίνει και το βάζει και το πλένει, πριν της ώρας του, και το Φθείρε. Και αντί να το χρησιμοποιήσει άλλους πέντε μήνες η και περισσότερο, με το πλύνε-πλύνε το παλιώνει και το αχρηστεύει. Και αυτό γίνεται <<παρά συνείδηση». Το ίδιο συμβαίνει και με το στρώμα. Πολές φορές μπορεί κανείς να βολευτεί μ’ ένα παπλωματάκι και ζητάει παχύ στρώμα. Άλλοτε πάλιν έχει τρίχινο και θέλει να το αλλάξει και να παρει άλλο καινούργιο και όμορφο από ματαιοδοξία ή από ακηδία. 

Μπορεί να αρκεστεί μ’ ένα παλιόρουχο και ζητάει μάλλινο και δημιουργεί ζητήματα, άν δεν του δώσουν. Αν δε και αρχίσει και προσέχει τον αδελφό του και να λέει «Γιατί αυτός έχει αυτό και εγώ δεν έχω;» Ε, αυτός είναι μακάριος! Τότε πρόκοψε! (Εδώ ειρωνεύεται τον τοιούτον μοναχό).Άλλοτε πάλιν απλώνει κανείς το ρούχο του ή το σκέπασμά του στον ήλιο και αμελεί να το μαζέψει και το αφήνει και καίγεται. Και αυτό είναι «παρά συνεί­δηση». Παρόμοια και με τα φαγητά. Μπορεί κανείς να βολευτεί με μικρό λάχανο η λίγα όσπρια η λίγες Ελιές, και δεν το σηκώνει, αλλά ζητάει άλλο φαγητό πιο γευστικό και πιο πολυτελές. ‘Όλα αυτά είναι «παρά συνείδηση»». Οι Πατέρες όμως λενε ότι δεν πρέπει ό μοναχός ν’ αφή­σει ποτέ τη συνείδησή του να τον κατατυραννεί για οποιοδήποτε θέμα. Πρέπει λοιπόν, αδελφοί μου, ν’ αγρυ­πνούμε πάντοτε και να φυλαγόμαστε απ’ όλα αυτά, για να μην πέσουμε σε κίνδυνο. Και ό ‘ίδιος ό Κύριος μας το προείπε, όπως το ξανάπαμε. Ό Θεός να δώσει να τ’ ακούμε και να τα τηρούμε, για να μην μας κατακρίνουν οι λόγοι των Πατέ­ρων μας. ‘Αμήν.

Καινή Διαθήκη

Καινή Διαθήκη

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ 180
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ 107
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ 87
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ 95
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 65
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 61
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄ 81
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄ 74
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ 63
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ 87
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ 76
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ 75
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄ 70
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄ 65
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄ 64
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄ 65
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ 66
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ 74
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 65
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ 70
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ Α’ 76
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ Β’ 65
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Α’ 68
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Β’ 67
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Γ’ 80
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ 80
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ 70
 

Μια αληθινή ιστορία.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΧΘΡΑ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ!

Μια αληθινή ιστορία

Του Johann Christoph Arnold

 

Όταν η διάσημη δολοφόνος Κάρλα Φαίη Τάκερ εκτελέστηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1998, στο Χάντσβιλλ του Τέξας, μία μικρή ομάδα διαδηλωτών ενάντια στη θανατική ποινή έκαναν μία ολονυχτία με αναμμένα κεριά. Αλλά πολλές περισσότερες εκατοντάδες ήταν εκεί έξω από τη φυλακή για να χαρούν για το θάνατό της. Ένα πανό που κρατούσε κάποιος τα έλεγε όλα: «Είθε ο Παράδεισος να σε βοηθήσει. Είναι τόσο σίγουρο όσο η κόλαση, ότι εμείς δεν θα σε βοηθήσουμε!»

   Μέσα στη φυλακή, ωστόσο, ένας άνδρας, ονόματι Ρον Κάρλσον, προσευχόταν για την Κάρλα  και όχι στην αίθουσα των μαρτύρων όπου βρίσκονταν οι οικογένειες των θυμάτων της Κάρλα, όπου λογικά θα έπρεπε να είναι, αλλά στο χώρο που η φυλακή παρείχε για την οικογένεια της δολοφόνου.

   Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που γνώρισα τον Ρον και άκουσα το αξιοθαύμαστο ταξίδι του από το μίσος στη συμφιλίωση, αλλά αυτά που μου είπε είναι κολλημένα στο μυαλό μου λες και ήταν χτες: «Λίγο μετά που είχα γυρίσει σπίτι μετά από μία μέρα κοπιαστικής δουλειάς  (ήταν 13 Ιουλίου του 1983)  χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο πατέρας μου. Είπε, «Ρόν, πρέπει να έρθεις αμέσως στο μαγαζί. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι η αδελφή σου δολοφονήθηκε.» Έπεσα στο πάτωμα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ακόμα κι όταν είδα στην τηλεόραση το σώμα της αδελφής μου να το μεταφέρουν έξω από ένα διαμέρισμα. Η Ντέμπορα ήταν αδελφή μου, και με είχε μεγαλώσει. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει όταν ήμουν πολύ μικρός, έξη χρονών. Δεν είχα αδελφούς  μόνο μία μεγαλύτερη αδελφή  και γι’ αυτό η Ντέμπορα ήταν κάτι το πολύ ιδιαίτερο για μένα. Πολύ ιδιαίτερο.

        H Ντέμπορα φρόντιζε πάντα να έχω ρούχα, και να υπάρχει φαγητό στο τραπέζι. Με βοηθούσε στα μαθήματά μου, και με χτυπούσε στα χέρια αν έκανα κάτι λάθος. Είχε γίνει η μητέρα μου.

        Τώρα ήταν νεκρή, με δεκάδες μώλωπες από γροθιές σ’ όλο της το σώμα, και την πληγή από σφαίρα στην καρδιά της.  Η Ντέμπορα δεν ήταν άνθρωπος που είχε εχθρούς. Απλά βρέθηκε στο λάθος μέρος, την λάθος ώρα. Οι δολοφόνοι είχαν έρθει να κλέψουν ανταλλακτικά μοτοσικλετών από το σπίτι που αυτή έμενε, και όταν ανακάλυψαν τον Τζέρρυ Ντην,  τον άνθρωπο με τον οποίο ήταν μαζί,  τον χτύπησαν μέχρι θανάτου. Βρίσκονταν κάτω από μεγάλη επήρεια ναρκωτικών. Μετά ανακάλυψαν την Ντέμπορα κι έτσι έπρεπε να την σκοτώσουν κι αυτήν ..».

   To Xιούστον ήταν ανάστατο. Οι εφημερίδες περιέγραφαν με πηχυαίους τίτλους το έγκλημα, και η πόλη ζούσε σε φόβο. Μερικές βδομάδες αργότερα οι δολοφόνοι – δύο ναρκομανείς, η Κάρλα Τάκερ και ο Ντάνιελ Γκάρετ – παραδόθηκαν από συγγενείς. Στη συνέχεια δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Ντάνιελ αργότερα πέθανε στη φυλακή. Ωστόσο ο Ρον δεν αισθανόταν ανακούφιση: «Χάρηκα που συνελήφθηκαν, φυσικά, αλλά ήθελα να τους σκοτώσω εγώ ο ίδιος. Είχα γεμίσει με απόλυτο μίσος, και ήθελα να ισοφαρίσω. Ήθελα να χτυπήσω την καρδιά της Κάρλα όπως εκείνη είχε κάνει στην αδελφή μου».

   Ο Ρον λέει ότι από πριν το θάνατο της αδελφής του, είχε πρόβλημα με το ποτό και τα ναρκωτικά, αλλά μετά χειροτέρεψε πολύ. Ένα χρόνο αργότερα και ο πατέρας τους πυροβολήθηκε από ληστές.

   «Συχνά μεθούσα, και βυθιζόμουν στα ναρκωτικά όπως LSD και μαριχουάνα και ότι άλλο έβρισκα. Επίσης συνεχώς τσακωνόμουν με τη γυναίκα μου. Ήθελα να σκοτώσω τον εαυτό μου…

   Τότε ένα βράδυ, αισθανόμουν ότι δεν άντεχα άλλο, και σκεφτόμουν ότι έπρεπε να κάνω κάτι για το μίσος και την οργή που με πλημμύριζαν. Είχαν γίνει τόσο άσχημα μέσα μου, που ήθελα συνεχώς να κάνω κακό σε αντικείμενα και ανθρώπους. Βάδιζα στο ίδιο μονοπάτι με τους δολοφόνους της αδελφής μου και του πατέρα μου. Εκείνο το βράδυ όμως αποφάσισα να ανοίξω τη Βίβλο, και άρχισα να διαβάζω.

   Ήταν αλήθεια παράξενο. Ήμουν κάτω από επήρεια ναρκωτικών και διάβαζα το Λόγο του Θεού! Αλλά όταν έφτασα εκεί που σταύρωσαν τον Ιησού έκλεισα απότομα το βιβλίο. Για κάποιο λόγο με χτύπησε στην καρδιά όπως ποτέ πριν: «Θεέ μου», σκέφτηκα, «σκότωσαν ακόμα και τον Ιησού!».

   Τότε έπεσα στα γόνατά μου  και δεν το είχα κάνει ποτέ πριν αυτό – και ζήτησα από τον Θεό να έρθει στη ζωή μου και να με αλλάξει όπως Εκείνος ήθελε να είμαι, και να είναι Κύριος της ζωής μου. Αυτό ήταν βασικά που συνέβη εκείνο το βράδυ.

   Αργότερα διάβασα περισσότερο τη Βίβλο, και μία γραμμή από το Πάτερ Ημών – εκείνη η γραμμή που λέει «συγχώρησέ μας όπως και εμείς συγχωρούμε» – πήδηξε έξω από το κείμενο προς εμένα. Το νόημα φαινόταν καθαρό: «Δεν θα συγχωρηθείς αν δεν συγχωρήσεις.» Θυμάμαι ότι επιχειρηματολογούσα με τον εαυτό μου : «Δεν μπορώ Εγώ να το κάνω αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο». Και ο Θεός φαινόταν να μου απαντάει αμέσως, «Καλά, Ρον, Εσύ δεν μπορείς. Αλλά μέσω Εμένα μπορείς».

   Δεν πέρασε πολύς καιρός και μία μέρα μιλούσα με ένα φίλο στο τηλέφωνο, και με ρώτησε αν ήξερα ότι η Κάρλα ήταν σε μία φυλακή στην πόλη μας. «Θα πρέπει να πάς εκεί και να της πεις τις σκέψεις σου», μου είπε. Αυτός ο φίλος δεν ήξερε την πνευματική μου πορεία, και δεν του είπα τίποτα. Αλλά αποφάσισα να πάω να δω την Κάρλα.

   Όταν πήγα εκεί και την αντίκρισα της είπα ότι είμαι ο αδελφός της Ντέμπορα. Δεν είπα τίποτα άλλο στην αρχή. Με κοίταξε παράξενα και είπε, «Ποιος είπες ότι είσαι;» Επανέλαβα, αλλά ακόμα με κοιτούσε αποσβολωμένη, σαν να μην πίστευε αυτό που άκουγε. Μετά ξέσπασε σε κλάμα.

   Είπα, «Κάρλα, ό,τι και να βγει απ’ αυτό, θέλω να ξέρεις ότι εγώ σε συγχωρώ, και δεν έχω τίποτα εναντίον σου.» Εκείνη τη στιγμή όλο το μίσος και η οργή έφυγε. Ήταν σαν ένα μεγάλο βάρος να σηκώθηκε από τους ώμους μου».

   Ο Ρον λέει ότι μίλησε πολύ ώρα με την Κάρλα, και στη διάρκεια της συνομιλίας του ανακάλυψε ότι κι εκείνη, επίσης, πρόσφατα είχε πιστέψει στον Θεό, και ότι η πίστη της είχε αλλάξει τη στάση της για τη ζωή. Ήταν τότε που ο Ρον αποφάσισε ότι έπρεπε να ξαναπάει και να μάθει περισσότερα γι’ αυτήν:

   «Στην αρχή απλά ήθελα να πάω και να την συγχωρήσω και να φύγω, αλλά μετά από εκείνη την πρώτη επίσκεψη χρειαζόμουν να πάω ξανά. Ήθελα να ανακαλύψω αν ήταν ειλικρινής για τη χριστιανική πορεία την οποία ισχυριζόταν ότι είχε. Επίσης ήθελα να μάθω γιατί οι άνθρωποι σκοτώνουν, γιατί δολοφονούν ο ένας τον άλλο. Ποτέ δεν το έμαθα αυτό, αλλά έμαθα ότι η Κάρλα ήταν ειλικρινής. Επίσης ανακάλυψα, μέσα από αυτήν, ότι οι άνθρωποι μπορεί να αλλάξουν και ότι ο Θεός είναι ζωντανός.

   Η μητέρα της Κάρλα ήταν πόρνη και ναρκομανής, και εισήγαγε την κόρη της από πολύ νεαρή ηλικία σε όλα αυτά. Η Κάρλα είχε αρχίσει να κάνει ενέσεις ηρωίνης από δέκα ετών. Στη φυλακή ήταν που άλλαξε η ζωή της 180 μοίρες – μέσω μίας διακονίας που ασχολούνταν με γυναίκες και έδινε Βίβλους και μιλούσε για το νόημα της ζωής με τον Θεό». Ο Ρον επισκεπτόταν κάθε δύο μήνες την Κάρλα, ενόσω αυτή ανέμενε την εκτέλεσή της, για τα επόμενα δύο χρόνια, και επίσης αλληλογραφούσε με αυτήν. Σύντομα είχαν γίνει στενοί φίλοι.

     Θυμάται: «Οι άνθρωποι γύρω μου δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Έλεγαν πως είναι ολοφάνερο ότι κάτι πάει στραβά με εμένα – ότι θα έπρεπε να μισώ τον άνθρωπο που σκότωσε την αδελφή μου, όχι να την πλησιάζω. Ένας συγγενής μου είπε ότι ντρόπιαζα τη μνήμη της αδελφής μου με τον τρόπο που ενεργούσα, και ότι πιθανώς «τα κόκαλά της να έτριζαν στο τάφο της». ΄Ενας άλλος έκανε μία δημόσια δήλωση τη μέρα της εκτέλεσης της Κάρλα για το πόσο χαρούμενος ήταν που σε λίγο θα ήταν νεκρή.»

   Η ίδια η Κάρλα είχε μείνει έκπληκτη από τη στάση του Ρον απέναντί της. Μιλώντας σε μία τηλεοπτική συνέντευξη λίγο πριν την εκτέλεσή της, είχε πει: «Είναι απίστευτο, φανταστικό! Η συγχώρεση είναι ένα πράγμα. Αλλά το να πάει κάποιος πέρα από αυτό και να με πλησιάσει – να με αγαπήσει ενεργά;» Της ήταν πολύ πιο εύκολα να κατανοήσει την οργή χιλιάδων ανθρώπων που ήθελαν το θάνατό της: «Μπορώ να κατανοήσω την οργή τους. Ποιος δεν θα μπορούσε; Είναι μία έκφραση του πόνου και της πληγής τους. Το ξέρω ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι αξίζω συγχώρεση. Αλλά ποιος την αξίζει; Μου έχει δοθεί μία νέα ζωή, και η ελπίδα – η υπόσχεση – ότι ο θάνατος δεν είναι η τελική πραγματικότητα». Η Κάρλα προχώρησε στον θάνατό της γενναία, χαμογελώντας καθώς έκανε την τελευταία της δήλωση: «Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό που έκανα … ελπίζω ο Θεός να σας δώσει ειρήνη μέσω του θανάτου μου».

     Όσο για τον Ρον, επιμένει ότι δεν χρειαζόταν η εκτέλεσή της: «Δεν ωφελεί … Σίγουρα μου λείπει η αδελφή μου. Αλλά μου λείπει επίσης και η Κάρλα …».

 

(Μετάφραση από το περιοδικό The Plough Reader, Άνοιξη 2000)

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ

Από μικρό παιδί ο Γέροντας αγαπούσε την ασκητική ζωή. «Μ’ ευχαριστούσε» έλεγε, «να φεύγω από το σπίτι μου και να βγαίνω έξω στα βουνά˙ εύρισκα σπηλιές και μέσα κεί προσευχόμουν…»

Όταν κάποτε είχε αρρωστήσει με σοβαρό κρυολόγημα, από 
θαύμα του Αγίου Χαραλάμπους έγινε καλά. «Είχαμε μια μικρή ασημένια εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους έως 600 ετών», έλεγε για το περιστατικό αυτό ο Γέροντας, «η μητέρα μου έκανε πολλή προσευχή και μετάνοιες παρακαλώντας τον Άγιο να γίνω καλά.
Τότε είδα ένα χέρι ιερέως να περνάει από πάνω από το κεφάλι μου και να με σταυρώνει στο στήθος… ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος… και αμέσως είχα γίνει καλά». Κι άλλη φορά πάλι που έπαθε σοβαρή δερματοπάθεια στα πέλματα των ποδιών του, παρακαλώντας ο ίδιος – μικρό παιδί τότε – την Παναγία είχε θεραπευτεί.

Συχνά επισκεπτόταν τα εξωκλήσια του χωριού του και κυρίως της Αγίας Παρασκευής. Εκεί συχνά έβλεπε την Αγία, ως μοναχή. Ένα βράδυ μάλιστα του είχε πει πως στη ζωή του θα δει δόξες και τιμές πολλές και πώς το χρυσάφι θα περνάει από τα χέρια του χωρίς να τον αγγίζει.

Ο μικρός Ιάκωβος στις προσευχές του δεν ξεχνούσε τους συγχωριανούς του. Πολλές φορές μάλιστα με τις παιδικές προσευχές του θαυματουργούσε, κάνοντας καλά δηλαδή ανθρώπους ασθενείς.

Είκοσι δύο ετών ο πατήρ Ιάκωβος έχασε τη μητέρα του που πολύ την αγαπούσε. «Παιδί μου Ιάκωβε» του είχε πει, «εγώ μετά τρεις μέρες θα φύγω…θα πεθάνω…εσύ παπάς να γίνεις…προστάτεψε την αδελφή σου, αποκατάστησε την και μετά πηγαίνεις…με την ευχή μου!»

Στα τριάντα του χρόνια ο νεαρός Ιάκωβος αποφάσισε να γίναι μοναζός στους Αγίους Τόπους. Πριν ξεκινήσει όμως θέλησε να ζητήσει την ευλογία και τη βοήθεια του Όσιου Δαβίδ για αυτό και επισκέφτηκε το μοναστήρι του. Μόλις πλησίασε τα είδε όλα αλλαγμένα και μεγαλόπρεπα. Έξω από τη μονή τον περίμενε ο Όσιος Δαβίδ, ως ένας σεβάσμιος Γέροντας. «Παιδί μου» του είπε «αυτά που βλέπεις είναι η πολιτεία των ασκητών…αν έμενες εδώ θα σου έδινα ένα σπιτάκι αλλά εσύ ήλθες να προσκυνήσεις και να φύγεις.» ¨Γέροντα θα μείνω» είπε. Και έμεινε.

Η κοινοβιακή ζωή στο μοναστήρι ήταν δύσκολη. Ο θεός δοκιμάζει τους ανθρώπους του κάποτε «σκληρά» και «ισόβια». Όταν μάλιστα κάποτε είχε αρρωστήσει βαριά και ακινητοποιήθηκε στο κρεβάτι παρακάλεσε τον Άγιο Δαβίδ να τον βοηθήσει. Έτσι και έγινε. «ένιωσα τότε» ομολογούσε ο Γέροντας «να με ακουμπάει η γέρικη πλάτη ιερέως» Ήταν ο Όσιος. Άλλοτε πάλι τον είχαν γιατρέψει από κατάγματα οι Άγιοι Ανάργυροι τους οποίους ο Γέροντας είχε δει να τον επισκέπτονται και να τον θεραπεύουν.

Πολύ αγαπούσε ο Γέροντας την άσκηση. Ακόμη και τα βράδια μέσα στο πυκνό σκοτάδι πήγαινε στο ασκητήριο του όσιου Δαβίδ και προσευχόταν. Επέστρεφε δε σχεδόν το πρωί. «ένα αστεράκι κατέβαινε από τον ουρανό και μου φώτιζε το μονοπάτι μπροστά μου» έλεγε ο Γέροντας «εκεί – πνευματικώ τω τρόπω – με περίμενε ο Όσιος».

Το Δεκέμβριο του 1952 ο πατήρ Ιάκωβος έγινε ιερέας. Αρχίζοντας την ιερατική του ζωή ο Γέροντας στο μοναστήρι τελούσε τη Θεία Λειτουργία κάθε μέρα. «έτσι» έλεγε «κοινωνώντας καθημερινά ένιωθα τέτοια δύναμη μέσα μου που ήμουν σαν λιοντάρι…όλη την μέρα ούτε πεινούσα ούτε διψούσα…και έτσι εργαζόμουν ακούραστος για την ανοικοδόμηση της μονής.»

Συχνά πήγαινε και στα χωριά. Εξομολογούσε του κατοίκους λειτουργούσε και βοηθούσε όσο μπορούσε τους άπορους αδελφούς του. Άδειαζε τα χέρια του και ο Θεός του τα γέμιζε ξανά. Το χρυσάφι περνούσε από τα χέρια του όπως κάποτε του το είχε πει η Αγία Παρασκευή αλλά δεν έμενε. Γινόταν αγάπη, γινόταν χαρά, ανακούφιση, παρηγοριά, φροντίδα, τρόφιμα, φάρμακα…

Κάποτε είχε αρρωστήσει βαριά και τον έβαλαν στο νοσοκομείο για εγχείρηση. Ο Γέροντας παρακαλούσε τους δύο αγαπημένους του Αγίους, Όσιο Δαβίδ και Όσιο Ιωάννη τον Ρώσο να τον βοηθήσουν όπως και έγινε. «ήταν να φύγεις σήμερα» του είπαν μετά την εγχείρηση, αλλά τον άφησαν «για την αύριο»

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε, η μόνη καθαρωτάτη ψυχή τε και σώματι, η μόνη κατοικητήριον όλη γενομένη της όλης χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, καντεύθεν και αυτάς τας αύλους και αγγελικάς Δυνάμεις ασυγκρίτως υπερβάσα τη καθαρότητι και τω αγιασμώ της ψυχής και του σώματος.
Έπιδε επ’ εμέ τον εναγή και ακάθαρτον και ρερυπωμένον και ψυχήν και σώμα τω μολυσμώ της εμπαθούς και ενηδόνου ζωής μου.

Κάθαρόν μου την εμπαθή διάνοιαν και άγνισον διόρθωσόν μου τους πεπλανημένους και τετυφλωμένους λογισμούς ρύθμισον και παιδαγώγησόν μου τας αισθήσεις, ελευθέρωσόν με της τυραννούσης κακίας και αισχράς συνηθείας των ακαθάρτων προλήψεων και παθών.

Στήσόν μου πάσαν την κατ’ ενέργειαν αμαρτίαν και δώρησαί μοι νήψιν και διάκρισιν τω εσκοτισμένω και ταλαιπώρω νοϊ προς διόρθωσιν των οικείων σφαλμάτων τε και πτωμάτων, ίνα του σκότους της αμαρτίας απαλλαγείς, καταξιωθώ δοξάζειν και ανυμνείν εν παρρησία, σε την μόνην αληθινήν Μητέρα του αληθινού φωτός, Χριστού του Θεού ημών.

Μετάνοια

Αν θέλει ο άνθρωπος, μπορεί από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου να φθάσει στην αγιότητα, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, διδάσκοντας του μαθητές του την δύναμη της μετάνοιας.

 


Ένας νέος αξιωματικός που πριν από λίγο είχε οδηγηθεί στο δρόμο του Θεού κι ακόμα πάλευε με τη συνείδησή του, ρώτησε τον εξομολόγο του, αν πραγματικά, όπως του έλεγαν, δεχόταν ο Θεός τόσο εύκολα την μετάνοια του ανθρώπου.
-Αν κατά τύχη σκιστεί κάπου ο μανδύας σου, παιδί μου, του είπε εκείνος, τον βγάζεις αμέσως και τον πετάς, σαν άχρηστο;
-Όχι, δα, έκανε εκείνος. Τον ράβω και τον επιδιορθώνω, όσο βέβαια δέχεται επιδιόρθωση.
-Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι το φόρεμά σου κι εύκολα δεν το πετάς, πως δε θα λυπηθεί ο Θεός το πλάσμα Του και δε θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να το διορθώσει; Είπε ο καλός Γέροντας κι ανάπαυσε το νέο.

 


Ένας αρχάριος Μοναχός πήγε στενοχωρημένος στον Όσιο Ποιμένα.
-Έπεσα σε μεγάλο σφάλμα, Αββά, του εξομολογήθηκε, και θέλω τουλάχιστον τρία χρόνια για να μετανοήσω.
-Είναι πολλά, του είπε ο Όσιος.
-Είναι αρκετοί τρεις μήνες, τότε;
-Και τόσο είναι πολύ, αποκρίθηκε ο Όσιος. Εγώ σου λέγω πως, αν ειλικρινά μετανοήσεις και πάρεις σταθερή απόφαση να μη επαναλάβεις ποτέ το ίδιο σφάλμα, σε τρεις μέρες σε δέχεται η αγαθότης του Θεού.

 


Άλλος Αδελφός ρώτησε τον ίδιο Γέροντα, αν ο Θεός εύκολα συγχωρεί τις αμαρτίες του ανθρώπου.
-Πώς είναι δυνατόν να μη συγχωρεί, τέκνο μου, Εκείνος που δίδαξε τη μακροθυμία στους ανθρώπους; Δεν παραγγέλλει στον Πέτρο να συγχωρεί εκείνον που του σφάλλει «έως εβδομηκοντάκις επτά» δηλαδή επ’ άπειρον; αποκρίθηκε ο Γέρων.

 


Κάποιος άλλος πάλι ζήτησε να του εξηγήσει τι ακριβώς είναι μετάνοια.
-Η μη επανάληψη της ίδιας αμαρτίας, αποκρίθηκε ο Όσιος Ποιμήν.

 


Ένας Αδελφός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη:
-Έπεσα, Πάτερ. Τι να κάνω τώρα;
-Σήκω, του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.
-Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ομολόγησε με θλίψη ο Αδελφός.
-Και τι σ’ εμποδίζει να ξανασηκωθείς;
-Ως πότε; Ρώτησε ο Αδελφός.
-Έως ότου σε βρει ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο «όπου ευρώ σε εκεί και κρίνω σε»; Εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στον Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.

 


«Αμαρτία προς θάνατον», γράφει ο Αββάς Μάρκος ο Ασκητής, είναι κάθε αμετανόητη αμαρτία. Ούτε αυτός ο Αγαθός και Φιλάνθρωπος Θεός συγχωρεί τον αμετανόητο αμαρτωλό. Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται συχνά λύπην και αηδία δια τας αμαρτίας των, δέχονται όμως με ευχαρίστηση τας αφορμάς των.

 


Αυτή η φωνή ακούγεται να λέγει επιτακτικά στον επιλήσμονα άνθρωπο, έλεγε κάποιος Πατήρ: «Σήμερον επίστρεψον».

 


Οι τωρινοί άνθρωποι δε ζητούν το σήμερον, αλλά το αύριον για να μετανοήσουν, έλεγε άλλος Γέρων.

 


Λένε πως ένας Αδελφός, κάθε φορά που οι λογισμοί του τον ξεγελούσαν και του έλεγαν, άφησε σήμερα και αύριο μετανοείς, εκείνος ο σοφός αποκρινόταν «Σήμερα θα δείξω με έργα τη μετάνοιά μου, όσο για αύριο, ας γίνει του Θεού το θέλημα».

 


Να τι διαβάζουμε στ’ «Ασκητικά» του μεγάλου διδασκάλου του ασκητισμού Ισαάκ του Σύρου:

«Με τα ίδια μέσα που έχασες το αγαθό, προσπάθησε πάλι να το αποκτήσεις. Χρυσάφι χρωστάς στον Θεό; Δε θέλει από σένα μαργαριτάρια. Τη σωφροσύνη σου έχασες; Δε σου γυρεύει ελεημοσύνη, αλλά τον αγιασμό του σώματός απαιτεί. Περιφρονείς την εντολή της αγάπης, νικημένος από το πάθος του φθόνου; Για ποιο λόγο πολεμάς τον ύπνο με αμέτρες αγρυπνίες ή αφανίζεις το σώμα σου με υπερβολική νηστεία; Αυτά δεν σου προσφέρουν καμιά ωφέλεια, δε γιατρεύουν τον φθόνο. Κάθε αρρώστια της ψυχής, όπως και του σώματος, χρειάζεται ειδικά φάρμακα και θεραπεία ανάλογη»

 

(από το γεροντικό)

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

 


«Τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία». Τη δύναμη και την αξία της προσευχής υπαινίσσεται η φράση αυτή του ευαγγελικού αναγνώσματος μέσα από την θαυματουργική θεραπεία του δαιμονισμένου παιδιού. Για την προσευχή ο σημερινός εορταζόμενος όσιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει ότι είναι «Θεού τυραννίς ευσεβής», δηλαδή ένας ευσεβής τύραννος του Θεού που δεν αφήνει τον άνθρωπο να ησυχάσει.

Ο λόγος της Αγίας Γραφής, η διδασκαλία των πατέρων της Εκκλησίας, θεωρεί την προσευχή φυσική εκδήλωση της ψυχής, ζωτική ανάγκη, αλλά και ύψιστο όσο και μοναδικό προνόμιο του ανθρώπου. Και αυτό, γιατί η προσευχή έχει την ρίζα της στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου. Εκεί ακούμε τον Θεό να λέει μετά την πτώση των πρωτοπλάστων «Αδάμ που εί;», Αδάμ πού είσαι; Είναι ο διάλογος της προσευχής που εγκαινιάσθηκε τότε και συνεχίζεται μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει σήμερα στην ζωή του κόσμου και του ανθρώπου. γιατί τι άραγε είναι η προσευχή; Είναι η συνομιλία και ο διάλογος του ανθρώπου με τον Θεό. Η περιπετειώδης πορεία του ανθρώπου, για να συναντήσει τον Θεό από τον οποίο αποξενώθηκε. Ο λόγος και η εμπειρία της προσευχής είναι θέμα βαθύ και ανεξερεύνητο. Είναι τόσο γνωστό όσο και άγνωστο, γιατί συνδέεται με αυτό το ίδιο το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής.

Σε πολλές περιπτώσεις της Καινής Διαθήκης διαβάζουμε ότι απαραίτητα στοιχεία της προσευχής είναι η πίστη, η ελπίδα και η επιμονή. Εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Χριστού και αυτοπαράδοση στην αγάπη του. Σε πολλά περιστατικά των ευαγγελίων βλέπουμε τον Χριστό να θέτει παιδαγωγικά εμπόδια στην ικανοποίηση των αιτημάτων των αναξιοπαθούντων ανθρώπων. Όμως γνωρίζει η πίστη να μάχεται με όλα και να νικά. Η άρνηση του Κυρίου να θεραπεύσει την ασθένεια συνήθων δοκιμάζει την πίστη, θερμαίνει την προσευχή, αποδεικνύει την ταπείνωση και, τελικά, οδηγεί στο θαύμα και την σωτηρία. Μόνο οι δυνατές προσευχές με θερμή πίστη και αληθινή επιμονή σπάζουν όλους τους φραγμούς και τα εμπόδια και ανοίγουν τις πύλες του ουρανού. «Αιτείται, και δοθήσεται υμίν. Ζητείτε, και ευρήσετε. Κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν. Πάς γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσετει ή τίς εστιν εξ υμών άνθρωπος, όν αιτήσει ο υιός αυτού άρτον, μη λίθον επιδώσει αυτώ;». Ο πιστός έχει την βεβαιότητα ότι ο Θεός, στην παγγνωσία Του, ξέρει καλά τις ανάγκες και τα αιτήματα των ανθρώπων. Δεν περιμένει από εμάς να μάθει τί ζητάμε. Όμως εμείς οι πιστοί έχουμε την συναίσθηση ότι είμαστε παιδιά του Θεού και Εκείνος είναι ο πατέρας μας. Αυτή η πνευματική σχέση μας δίνει το δικαίωμα να τον εμπιστευόμαστε.

Μέσα από την προσευχή πέφτουμε στην αγκαλιά Του και ζητάμε να μη μας εγκαταλείψει το έλεος και η χάρη Του, γιατί υπάρχουμε και ζούμε από Εκείνον. Γιατί χωρίς Αυτόν τα πάντα σκοτεινιάζουν, καταρρέουν και εκμηδενίζονται «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Ομολογούμε με ταπείνωση ότι «Σοί μόνο αμαρτάνομεν αλλά και Σοί μόνω λατρεύομεν». Η προσευχή μας συνδέει και μας ενώνει με τον Θεό. Γίνεται μητέρα κάθε αρετής που θωρακίζει τον εαυτό μας με την καλύτερη πανοπλία. Όποιος δεν νιώθει την ανάγκη αλλά και την δύναμη της προσευχής επιβεβαιώνει τον λόγο της Αποκάλυψης «όνομα έχει ότι ζής», αλλά όμως είναι νεκρός. Είναι καρδιά χωρίς παλμούς, ψυχή χωρίς πνοή.

Και όμως υπάρχουν στιγμές στην ζωή μας που απογοητευόμαστε. Σε κάποιες δύσκολες ώρες σκληρής δοκιμασίας ρωτάμε τον Θεό, γιατί, και Εκείνος δεν μας απαντά. Εμείς χτυπάμε την πόρτα Του και Εκείνος δεν μας ανοίγει. Το κενό της σιωπής του Θεού μας κλονίζει. Τότε ας αναρωτηθούμε μήπως «αιτείτε και ου λαμβάνετε, διότι κακώς αιτείσθε». Μήπως είναι εσφαλμένος ο τρόπος και το περιεχόμενο της προσευχής μας; Άραγε αυτά που ζητάμε μας ωφελούν ή μας ζημιώνουν;

Αγαπητοί αδελφοί, την απάντηση την γνωρίζει μόνον ο Θεός. Κάποτε το όχι του Θεού μας λέει «ουκ εισίν αι βουλαί μου ώσπερ αι βουλαί υμών». Τότε υπακούμε στο θέλημά Του και αλλάζουμε το δικό μας. Ανακατατάσσουμε τις προτεραιότητες και τα σχέδια της ζωή μας. Και τότε η προσευχή μας ωριμάζει και μας ωφελεί περισσότερο. Τι αυτό ας μην την εγκαταλείπουμε ποτέ. Αμήν.
Αρχιμ. Ν.Κ.

Όσιος Ιωάννης Δαμασκηνός – Περί αγγέλων

Όσιος Ιωάννης Δαμασκηνός – Περί αγγέλων

Ὁ Θεὸς εἶναι κτίστης καὶ δημιουργὸς τῶν ἀγγέλων, ποὺ τοὺς δημιούργησε ἐκ τοῦ μηδενὸς καὶ τοὺς ἔκανε κατὰ τὴ δική του εἰκόνα ἀσώματη φύση, ὡσὰν κάποιον ἄνεμο καὶ ἄυλη φωτιά, ὅπως λέγει ὁ θεῖος Δαβίδ· «Ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα», περιγράφοντας τὴν εὐκινησία καὶ τὴ φλογερότητα καὶ τὴ θερμότητα καὶ τὴ διεισδυτικότητα καὶ τὴν ταχύτητά τους στὸ θεῖο πόθο καὶ τὴ θεία ὑπηρεσία, καὶ τὴν ἀνοδική τους τάση καὶ τὴν ἀπομάκρυνσή τους ἀπὸ κάθε ὑλικὴ σκέψη.
Ὁ ἄγγελος λοιπὸν εἶναι ὕπαρξη πνευματική, ἀεικίνητη, ἐλεύθερη, ἀσώματη, πού ὑπηρετεῖ τὸ Θεό, καὶ κατὰ χάρη ἔχει λάβει στὴ φύση της τὴν ἀθανασία, ποὺ τὸ σχῆμα καὶ τὴν κατάσταση αὐτῆς τῆς ὕπαρξης μόνον ὁ Κτίστης γνωρίζει. Καὶ ὀνομάζεται ἀσώματη καὶ ἄυλη σὲ σχέση μὲ ἐμᾶς· διότι καθετὶ ποὺ συγκρίνεται μὲ τὸ Θεό, τὸν μόνο ἀσύγκριτο, βρίσκεται ὅτι εἶναι δυσκίνητο καὶ ὑλικό, ἐπειδὴ μόνο τὸ θεῖο εἶναι ἀληθῶς ἄυλο καὶ ἀσώματο.
Εἶναι λοιπὸν ὁ ἄγγελος φύση λογική, πνευματικὴ καὶ ἐλεύθερη, μεταβλητὴ σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασή της, δηλαδὴ μεταβλητὴ μὲ τὴ θέλησή της· διότι καθετὶ ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ εἶναι καὶ μετάβλητο καὶ μόνο τὸ ἀδημιούργητο εἶναι ἀμετάβλητο. Ἐπίσης καθετὶ λογικὸ εἶναι ἐλεύθερο. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ ἄγγελος εἶναι λογικὴ καὶ πνευματικὴ φύση, εἶναι ἐλεύθερη· ἐπειδὴ ὅμως εἶναι φύση ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ, εἶναι μεταβλητή, μὲ δυνατότητα νὰ μένει σταθερὴ καὶ νὰ προοδεύει στὸ ἀγαθό, ἀλλὰ καὶ νὰ κατευθύνεται στὸ κακό.
Ἐπίσης, δὲν ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ μετανοήσει, διότι εἶναι καὶ ἀσώματος. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδὴ μπορεῖ νὰ μετανοήσει λόγῳ τῆς ἀσθένειας τοῦ σώματός του. Εἶναι ἀθάνατος ὄχι ἐκ φύσεως, ἀλλὰ κατὰ χάρη· διότι καθετὶ ποὺ ἔχει ἀρχή, ἔχει καὶ τέλος σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Καὶ μόνος ὁ Θεὸς εἶναι αἰώνιος, ἢ καλύτερα πέραν ἀπὸ τὸ αἰώνιο· διότι ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ χρόνο, ἀλλὰ εἶναι πέραν ἀπὸ τὸ χρόνο.
Οἱ ἄγγελοι εἶναι δεύτερα πνευματικὰ φῶτα, ποὺ παίρνουν τὸ φωτισμὸ ἀπὸ τὸ πρῶτο καὶ ἄναρχο φῶς καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ γλώσσα καὶ ἀκοή, ἀλλὰ πληροφοροῦνται μεταξύ τους τὰ προσωπικὰ διανοήματα καὶ τὶς ἀποφάσεις τους χωρὶς τὸν προφορικὸ λόγο.
Δημιουργήθηκαν λοιπὸν ὅλοι οἱ ἄγγελοι μὲ τὴ συνεργία τοῦ Λόγου, καὶ ἔφθασαν στὴν τελειότητα μὲ τὸν ἁγιασμὸ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ μετέχουν στὸ φωτισμὸ καὶ τὴ χάρη ἀνάλογα μὲ τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ ἀγγελικό τους Τάγμα (…).
Εἶναι ἱκανοὶ καὶ πρόθυμοι στὴν ἐκτέλεση τοῦ θείου θελήματος, καὶ παρουσιάζονται ἀμέσως λόγω τῆς ταχύτητας τῆς φύσεώς τους παντοῦ, ὅπου τυχὸν προστάξει ἡ θεία θέληση, καὶ διαφυλάττουν τὰ μέρη τῆς γῆς, καὶ εἶναι ἄρχοντες τῶν λαῶν καὶ τῶν χωρῶν, ὅπως τοὺς ὅρισε ὁ Δημιουργός, καὶ τακτοποιοῦν τὰ ἀνθρώπινα καὶ μᾶς βοηθοῦν. Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀληθὲς ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο θέλημα καὶ πρόσταγμα εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ ἐμᾶς καὶ πάντοτε εἶναι στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεού.

(Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Β´ (3) 17. Migne, PG. 94, 865-73)

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Ο ‘Αγιος Νικόλαος, Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, ο Θαυματουργός, είναι από τους πλέον αγαπητούς Αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Αμέτρητοι ναοί έχουν κτισθεί προς τιμήν του και πλήθη λαού σπεύδουν να τον τιμήσουν και να ζητήσουν τη μεσιτεία του προς τον Κύριο.

Γεννήθηκε στα Πάταρα της Λυκίας γύρω στα 250 μ.Χ. από ευσεβείς και πλούσιους γονείς, οι οποίοι τον ανέθρεψαν “εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου”.

Βρέφος ακόμη απέδειξε ότι είχε τη χάρη του Θεού. Με θαυμαστό τρόπο στάθηκε όρθιος την ώρα του λουτρού χωρίς καμία βοήθεια. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή θήλαζε μόνο μια φορά την ημέρα και μάλιστα μετά τη δύση του ηλίου.

Πολύ νωρίς ο Κύριος κάλεσε κοντά του τους δύο γονείς του και ο ίδιος, έχοντας πάντοτε οδηγό τη ρήση του Ευαγγελίου “δότε Ελεημοσύνην”, μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και αφωσιώθηκε ολοκληρωτικά στη Λατρεία του Υψίστου.

Είναι γνωστή και αξιοθαύμαστη η ενέργεια του αυτή να βοηθήσει νύχτα και κρυφά τις τρεις αδελφές με αξιόλογο χρηματικό ποσό, για να μην αναγκαστούν, λόγω της φτώχιας τους, να παρασυρθούν στην ατίμωση.

Κινούμενος ο Νικόλαος από Ιερό πόθο, αποφάσισε να ταξιδέψει για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους. Καθώς έπλεε το πλοίο, άρχισαν να πνέουν σφοδρότατοι άνεμοι καιξέσπασε μεγάλη τρικυμία. Επιβάτες και πλήρωμα έχασαν την ψυχραιμία τους και περίμεναν να καταποντισθούν.

Ο Νικόλαος όμως γονατιστός προσευχήθηκε με θέρμη προς τον Κύριο και το θαύμα έγινε. Οι άνεμοι έπαυσαν και η θάλασσα αμέσως γαλήνεψε. Όμως κάποιος ναύτης, που ήταν στο κατάρτι, γλίστρησε και έπεσε στο κατάστρωμα νεκρός. Όλοι στενοχωρήθηκαν, που χάθηκε ένας άνθρωπος. Χάρη όμως στις θερμές προσευχές του Αγίου ο ναύτης αναστήθηκε, σαν να ξύπνησε από βαθύ ύπνο.

Μετά το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους επέστρεψε στα Πάταρα, όπου ζούσε με οσιότητα και δικαιοσύνη. Ο Θεός τον αξίωσε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος και μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας να εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος.

Έτρεφε μεγάλη αγάπη για τους φτωχούς και τους αδυνάτους. Ίδρυσε στην αρχιεπισκοπή του φτωχοκομείο, ξενώνα, νοσοκομείο και άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα.

Στις δύσκολες στιγμές των διωγμών του Διοκλητιανού εμψύχωνε το ποίμνιο του και ιδιαίτερα τους νέους. Γι’ αυτό συλλαμβάνεται, φυλακίζεται και βασανίζεται. Υπομένει όμως όλες τις διώξεις και τις ταλαιπωρίες προς δόξαν Κυρίου.

Μετά την κατάπαυση των διωγμών από τον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο αναλαμβάνει και πάλι το ποιμαντικό του έργο στα Μύρα.

Το 325 μ.Χ. λαμβάνει μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας, και καταπολεμεί με θάρρος και τόλμη τις κακοδοξίες του Αρείου. Υπερασπίζεται με σθένος την Ορθοδοξία και αναδεικνύεται “κανών πίστεως” και διδάσκαλος του Ευαγγελίου. Για την ενίσχυση του εμφανίστηκε ο ίδιος ο Χριστός και του έδωσε ευαγγέλιο και η Μητέρα Παναγία, που του χάρισε ωμοφόριο.

Όταν επέστρεψε απο τη Σύνοδο, συνέχισε το ποιμαντικό του έργο μέχρι τα βαθιά γεράματα, οπότε και παρέδωσε το πνεύμα του στον Πανάγαθο Θεό το 330 μ.Χ.

Ο Κύριος τον τίμησε ιδιαίτερα για την ενάρετη χριστιανική ζωή του, που τη διέκρινε η βαθιά πίστη στον Παντοδύναμο Θεό και η ανεκτίμητη αγάπη του για τον άνθρωπο. Τον ανέδειξε ποταμό ιαμάτων και πηγή θαυμάτων. Θαυματουργούσε όταν ζούσε αλλά και μετά την κοίμηση του τα θαύματα του είναι αναρίθμητα.

Το έτος 1087, λόγω ταραχών, έγινε η μετακομιδή των ιερών λειψάνων του από τα Μυρά στο Μπάρι της Ιταλίας. Κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας έτρεχε τόσο πολύ μύρο από τα ιερά λείψανα, που οι πιστοί το μάζευαν σε δοχεία για θεραπεία από διάφορες αρρωστιές, αρκετοί μάλιστα λιποθυμούσαν απο την ευωδία του.

Με τα ωραιότερα εγκώμια τον τιμά η Εκκλησία. “Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος, εγκρατείας διδάσκαλον” τον ονομάζει ο υμνωδ;oς και “ποιμένα μέγαν” τον αποκαλεί. Ανατολή και Δύση του αναγνωρίζουν ξεχωριστή θέση μεταξύ των Αγίων. Με εξαιρετική λαμπρότητα και δόξα τιμάται από τους Ρώσσους.

Ο ‘Αγιος Νικόλαος είναι ο μεγάλος προστάτης των ναυτικών. Στο τιμόνι, στην πλώρη κάθε πλοίου είναι η εικόνα του. Αμέτρητοι είναι οι ναοί στα λιμάνια, στα νησιά και στα ακρωτήρια, που φέρουν το όνομα του, τάματα των ναυτικών σε δύσκολες στιγμές, που τον επικαλούνται: ‘Αϊ-Νικόλα, βοήθα με!

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου και την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του στις 20 Μαΐου, αλλά και κάθε Πέμπτη ψάλλονται στον ‘Αγιο Νικόλαο ωραιότατοι ύμνοι, διότι η Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στους δώδεκα αποστόλους και στον ‘Αγιο Νικόλαο.

http://sagapo.informe.com/forum/

Post Navigation